Limassol Today - Diagwnismos Ltbanner
Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου, 2022

Εγγραφή στο Newsletter

Limassol Today - Asset 10

ΜΑ, ΜΕ ΑΚΟΥΣ;  

Ή ΜΗΝ ΑΚΟΥΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΛΕΩ!

Γράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης*

Αυτό που κάνει κάποιον καλό ακροατή μπορεί να μας φαίνεται προφανές, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια λεπτή ισορροπία αμφίδρομης επικοινωνίας. Λήψη πληροφοριών από την μια και παροχή προσοχής από την άλλη. Γιατί ο τρόπος που ακούμε διαμορφώνει τη συζήτηση, όσο και ο τρόπος που μιλάμε ή απαντάμε.

Υπάρχει ένα παλιό ρητό που ρωτάει κάπως αινιγματικά: «αν ένα δέντρο πέσει σε ένα δάσος και κανείς δεν είναι γύρω για να το ακούσει, κάνει ήχο;».

Πρόκειται για ένα πρωταρχικό ερώτημα που αναφέρεται στην «μονιμότητα των αντικειμένων» ως γνωστική κατάκτηση σε κάποιο πρώϊμο στάδιο ανάπτυξης του παιδιού, αλλά ταυτόχρονα και σε ένα θεμελιώδες οντολογικό ερώτημα. «Αν δεν το αντιληφθώ κάτι, τότε αυτό παύει να υπάρχει;» Φυσικά και όχι. Αντιθέτως μάλιστα, το όντως υπαρκτό ξεπερνά μάλλον κατά πολύ το αντιληπτικό μας πεδίο. Αρκεί να σκεφτούμε πόσες συχνότητες ήχου δεν γίνονται αντιληπτές από την ανθρώπινη ακοή, αν και γίνονται αντιληπτές από τα σκυλιά ή κάποιον ειδικό μηχανικό εξοπλισμό.

Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να θέτουμε το ερώτημα. Γιατί μέσα στο ερώτημα αυτό υπάρχει ένα οδυνηρό σχόλιο σχετικά με τις σχέσεις και την αμοιβαιότητα που αυτές απαιτούν. Ιδιαίτερα μάλιστα αν σκεφτεί κανείς πως το δέντρο που πέφτει δεν κάνει απλά έναν ήχο, αλλά ταρακουνάει τη γη. Κάνει τη γη να δονείται. Και το πως ανταποκρινόμαστε εμείς σ’ αυτές τις δονήσεις διαμορφώνει την εμπειρία μας για το δέντρο… ή για τον άνθρωπο. Άραγε κόπηκε; Ήταν υγιές; Πέθανε; Έσπασε και κάτι άλλο παρακάτω καθώς έπεφτε;  Χρειάζεται τώρα να καθαρίσουμε τα συντρίμμια του για να ανοίξουμε ξανά τον δρόμο ή μπορούμε να φύγουμε; Πόσα ερωτήματα προκύπτουν πραγματικά από ένα δέντρο που πέφτει στο δάσος και δεν το ακούει κανείς! Λες και ένα δέντρο που πέφτει στο δάσος και δεν το ακούει κανείς, σχεδόν δεν υπάρχει.

Όταν δεν ακούμε, μπορεί να πει κανείς, ο Άλλος δεν υπάρχει.

Και για να υπάρξει χρειάζεται να ακούμε. Μάλλον κάτι περισσότερο από το να ακούμε: να αποκτήσουμε δεξιότητες ακρόασης, που θα κάνουν τον Άλλο υπαρκτό.

Το πρώτο βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση έγκειται στο να καταλάβουμε τη διαφορά μεταξύ ακοής και ακρόασης. Δεν αρκεί να λέμε «σε ακούω». Χρειάζεται να δείξουμε ενεργά στον άλλο ότι τον ακούμε, επικυρώνοντας το συναίσθημα, την εμπειρία ή τον ευαλωτότητα που μοιράζεται. Γιατί, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ποινή μοναξιάς και ως εκ τούτου δεν υπάρχει μεγαλύτερη υπονόμευση μιας Σχέσης, από το να αξιολογείς και να κρίνεις τους ανθρώπους ακριβώς όταν προσπαθούν να μοιραστούν κάτι βαθύ, πολύτιμο και ευάλωτο, όπως την αγωνία ή το φόβο τους. Στην κατεύθυνση αυτή της ενεργητικής ακρόασης μπορούμε να προσκαλέσουμε τον άλλο να δούμε μαζί ποιες ώρες της ημέρας κάνουμε τις καλύτερες συζητήσεις μας ή να μας πει ένα ενδεικτικό σημάδι ότι η προσοχή μου χάνεται ή ακόμη να μας δείξει πως είναι η έκφραση του προσώπου μας όταν τον ακούμε πραγματικά και με προσήλωση.

Το δεύτερο βήμα είναι κάτι σαν επιστροφή στην αρχή. Όλοι μάλλον θυμόμαστε «εντολές» που λάβαμε στην παιδική μας ηλικία και μας καλούσαν να «μιλάμε». Η διεκδίκηση, η έκφραση των αναγκών μέσω της άμεσης επικοινωνίας, είναι αναπόσπαστα κομμάτια της δυτικής κουλτούρας. «Μίλα παιδί μου, υποστήριξε τον εαυτό σου!» είναι μια συμβουλή που ακούμε συχνά σαν παιδιά. Προφανώς δεν δίνουμε την ίδια προτεραιότητα στην ακρόαση, αφού η εντολή «άκου!» σημαίνει περισσότερο «συμμορφώσου!», «υπάκουσε!», παρά άκου ενεργητικά.

Οπότε χρειάζεται να ξαναπιάσουμε τα πράγματα από την αρχή. Να θυμηθούμε δηλαδή όταν είμασταν παιδιά πως μπορούσαμε να καταλάβουμε πότε ένας ενήλικος μας έπαιρνε στα σοβαρά. Να ξεθάψουμε επίσης τυχόν αναμνήσεις για το αν νιώθαμε αστείοι από τον τρόπο που οι ενήλικες αντιδρούσαν σε μια αφήγηση μας. Και να αναρωτηθούμε ακόμη για το τι μας έμαθαν στο σπίτι ή στο σχολείο σχετικά με την ακρόαση. Μπορούμε να καλέσουμε και τον Άλλο να μοιραστεί μαζί μας τις σχετικές εμπειρίες του.

Το τρίτο βήμα αφορά στο να βγάλουμε το δάχτυλο μας από το κουμπί της άμεσης αντίδρασης.

Ο ερευνητής και θεραπευτής των ζευγαριών, Χάουαρντ Μάρκμαν, είπε ότι όταν ακούμε κάτι με το οποίο δεν συμφωνούμε, έχουμε ένα παράθυρο ευκαιρίας δέκα δευτερολέπτων πριν πατηθεί το κουμπί αντίδρασης. Αυτό είναι περίπου τρεις προτάσεις πριν διακόψουμε τον συνομιλητή μας. Ακόμα κι αν δεν διακόψουμε, αρχίζουμε να σημειώνουμε νοερά όλα όσα θέλουμε να αντικρούσουμε όταν έρθει «η σειρά μας». Αντί να ακούμε δηλαδή σκεφτόμαστε τι θα απαντήσουμε.

Οπότε εδώ ακριβώς χρειάζεται να αναρωτηθούμε μήπως έχουμε την τάση να μιλάμε για τα συναισθήματα μας σαν να είναι γεγονότα ή μήπως αντί να ακούμε για να καταλάβουμε, ακούμε ελαττώματα ή ψάχνουμε αντεπιχειρήματα ή μήπως εστιάζουμε στο δίκιο μας και όχι στο σωστό που ενδεχομένως λέει ο άλλος. Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να επαναλάβουμε αυτό που λέει ο άλλος ρωτώντας τον αν λέει αυτό που εμείς καταλαβαίνουμε. Και εδώ μπορούμε με έκπληξη να διαπιστώσουμε ότι ακόμη και σε προτάσεις που δεν έχουν έντονη συναισθηματική φόρτιση σπάνια αυτό που λέει ο άλλος ταυτίζεται με αυτό που εμείς καταλαβαίνουμε.

Το τέταρτο βήμα αφορά στην δοκιμή νέων πρακτικών ακρόασης, χωρίς κρίσεις αλλά με κατανόηση. Μπορούμε να προσκαλέσουμε τον άλλο σε έναν διάλογο για ένα θέμα με μικρή ή ελάχιστη συναισθηματική φόρτιση, σαν ένα παιχνίδι στην αρχή.

Μπορούμε να μιλήσουμε από εμάς για εμάς, αναφέροντας «τι αισθάνομαι», «τι με ενοχλεί» κ.λπ. Ο ακροατής μας καθρεφτίζει κατά κάποιο τρόπο λέγοντας «Άφησε με να δω αν κατάλαβα καλά. Νοιώθεις έτσι. Κατάλαβα σωστά;». Απαντώντας στο ερώτημα αυτό μπορούμε να πούμε «ναι, το έκανες» ή «ναι, εν μέρει». Οπότε εύλογα ο άλλος θα ρωτήσει «υπάρχει και κάτι άλλο;» κ.λπ. Χρειάζεται επίσης ο άλλος να επικυρώσει την άποψη μας λέγοντας «αυτό που είπες έχει νόημα!» συμπάσχοντας μαζί μας. Στη συνέχεια μπορούμε να αλλάξουμε ρόλους ακροατή/ομιλητή και να συνεχίσουμε να εκπαιδευόμαστε σ’ αυτόν τον νέο τρόπο ακρόασης.

Το πέμπτο βήμα είναι διαβάστε φωναχτά ο ένας στον άλλον. Σε ένα σεμινάριο του 1974, ο ψυχολόγος και φιλόσοφος Erich Fromm πρόσφερε έξι κανόνες για την ακρόαση, τρεις από τους οποίους είναι παρακάτω:

  • Πρέπει να είσαι αρκετά δυνατός για να νιώσεις την εμπειρία του άλλου σαν να ήταν δική σου.
  • Μια τέτοια ενσυναίσθηση είναι μια κρίσιμη πτυχή της ικανότητας για αγάπη. Το να καταλάβεις έναν άλλο σημαίνει να τον αγαπάς — όχι με την ερωτική έννοια, αλλά με την έννοια του να τον προσεγγίσεις, ξεπερνώντας τον φόβο να χάσεις τον εαυτό σου.
  • Η κατανόηση και η αγάπη είναι αδιαχώριστα. Εάν είναι χωριστά, είναι μια εγκεφαλική διαδικασία και η πόρτα της ουσιαστικής κατανόησης παραμένει κλειστή.

Μπορούμε να δοκιμάσουμε εδώ μια «παράξενη» πρακτική: να αφιερώσουμε λίγα λεπτά κάθε εβδομάδα για να διαβάσουμε έναν από αυτούς τους κανόνες δυνατά ο ένας στον άλλο. Καθώς κάθε άτομο διαβάζει ένα απόσπασμα, το άλλο μπορεί να εξασκηθεί σε βαθιά ακρόαση. Μπορούμε απλά να επιλέξουμε να ακούσουμε ή να το συζητήσετε μετά.

Το έκτο και τελευταίο βήμα αφορά στις νέες ερωτήσεις για παλιές ιστορίες. Μια μοναδική μορφή επικοινωνίας είναι η κοινή αφήγηση. Όταν ακούμε ένα ζευγάρι να λέει την ιστορία του πώς γνωρίστηκαν, πώς αρραβωνιάστηκαν, τη γέννηση του παιδιού τους, ένα ταξίδι που έκαναν μαζί, μια καταστροφή που επέζησαν, μαθαίνουμε για την ιστορία τους, τη δυναμική τους και τις εμπειρίες που τους έκαναν αυτό που είναι. Μπορούμε επίσης να μάθουμε πολλά από τις λεπτομέρειες που συνήθως μένουν εκτός, παραγνωρίζονται ή ξεχνιούνται έως ότου η σωστή ερώτηση κλονίσει τη μνήμη.

Οπότε, μια πολύ-πολύ ενδιαφέρουσα πρακτική είναι να ζητήσουμε ο ένας από τον άλλο να διηγηθεί ξανά μια παλιά ιστορία από μια καινούργια όμως οπτική, όπως για παράδειγμα πως θα έλεγε την ιστορία αυτή ένας άγνωστος που παρατηρεί από το παρασκήνιο; Ποια είναι τα κυρίαρχα «χρώματα», «αρώματα» και υφές που θυμόμαστε από την αρχική εμπειρία; Τι πιστεύουμε ότι θα είχε προσέξει ένα τρίτο άτομο και γιατί; Αν δεν είχε συμβεί αυτό πώς θα μπορούσε να εξελισσόταν η υπόλοιπη μέρα; Για ποιες αρνητικές πτυχές εκείνης της εμπειρίας είμαστε ευγνώμονες σήμερα; Γιατί; Πόσο διαφορετική και πως θα ήταν η εμπειρία εκείνη αν είμασταν τότε στην ηλικία που είμαστε σήμερα;

Όλα τα παραπάνω βήματα είναι μια νέα μάθηση, μια εκπαιδευτική εμπειρία, στο να ακούμε ενεργητικά ο ένας τον άλλο, έτσι που να ακούμε πραγματικά αυτό που λέει ο άλλος και όχι αυτό που νομίζουμε ότι θα πει, φιλτράροντας το συνήθως μέσα από τα δικά μας συστήματα πεποιθήσεων, βιωμάτων, τραυμάτων και λοιπά. Το να ακούμε είναι ένας νέος τρόπος να σχετιζόμαστε.

(Το άρθρο είναι βασισμένο στις ιδέες των Esther Perel και Mary Alice Miller)
*ΜSc, Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος.

Μην το χάσεις

Journal

Δείτε επίσης